Το 1935, μια γυναίκα σε μια κωμόπολη έξω από το Σικάγο πήρε εκατόν ογδόντα δολάρια, λεφτά που της είχαν περισσέψει από τον μισθό της σαν γραμματέας, κι αγόρασε τρεις μετοχές. Τρεις. Και μετά δεν έκανε τίποτα. Δεν τις πούλησε στο κραχ, δεν τις πούλησε στον πόλεμο, δεν τις πούλησε ποτέ. Εβδομήντα πέντε χρόνια αργότερα πέθανε, στα εκατό της, και τότε ανακάλυψαν κάτι που δεν ήξερε ψυχή: εκείνα τα εκατόν ογδόντα δολάρια είχαν γίνει εφτά εκατομμύρια. Οι γείτονές της νόμιζαν ότι ζούσαν δίπλα σε μια απλή συνταξιούχο που φορούσε μεταχειρισμένα ρούχα. Ζούσαν δίπλα σε μια εκατομμυριούχο.

Λοιπόν, πριν πεις «καλά, άλλες εποχές, εμένα τι με νοιάζει», κράτα ένα πράγμα. Η Grace, έτσι τη λέγανε, η Grace Groner, δεν είχε τίποτα που να μην μπορείς να έχεις κι εσύ σήμερα. Δεν ήταν οικονομολόγος. Δεν είχε κάποιον γνωστό να της δίνει tips, δηλαδή μυστικά για το ποια μετοχή θα ανέβει. Δεν κυνήγησε ποτέ την επόμενη μεγάλη άνοδο. Είχε χρόνο, και την υπομονή να αφήσει τον χρόνο να κάνει τη δουλειά του. Κι αυτά τα δύο θα δούμε πώς, κατά λάθος, είναι ένα μάθημα για σχεδόν το καθετί που είπαμε μαζί τους τελευταίους μήνες.

Ποια ήταν η Grace

Ας τη γνωρίσουμε λίγο πρώτα, γιατί η ιστορία γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρουσα όταν ξέρεις από πού ξεκίνησε. Η Grace γεννήθηκε το 1909, σε μια μικρή αγροτική κοινότητα του Ιλινόι, μαζί με τη δίδυμη αδερφή της, την Gladys. Στα δώδεκά τους έμειναν κι οι δύο ορφανές. Τις πήρε τότε υπό την προστασία του ένας εύπορος άνθρωπος της περιοχής, ο George Anderson, που πλήρωσε για να σπουδάσουν στο κολέγιο της πόλης τους, το Lake Forest College. Αποφοίτησαν το 1931, μέσα στην καρδιά της Μεγάλης Ύφεσης. Δηλαδή στη χειρότερη δυνατή στιγμή για να ψάχνεις δουλειά στην Αμερική του εικοστού αιώνα.

Κι όμως εκείνη βρήκε. Έπιασε δουλειά ως γραμματέας σε μια φαρμακευτική εταιρεία, την Abbott. Κι εκεί έμεινε σαράντα τρία ολόκληρα χρόνια. Σαράντα τρία, στην ίδια εταιρεία, της οποίας τις 3 μετοχές αγόρασε, λίγα χρόνια αφότου ξεκίνησε. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Για χρόνια έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα, πάνω ακριβώς από τον κινηματογράφο της πόλης. Ζούσε μια απλή, ήσυχη ζωή, που φαινομενικά δεν έλεγε απολύτως τίποτα.

1935 — η αγορά

Πάμε, λοιπόν, στο 1935. Για να καταλάβεις τι χρονιά ήταν. Στην Ελλάδα είχαμε δραχμές, δεν είχε γίνει ο Δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, δεν υπήρχε καμία ΕΟΚ, τίποτα. Και ήταν μια χρονιά αναβρασμού. Τον Μάρτιο ξέσπασε ένα βενιζελικό κίνημα μέσα στον στρατό, που απέτυχε. Τον Οκτώβριο ο στρατηγός Κονδύλης έκανε πραξικόπημα και κατήργησε την αβασίλευτη δημοκρατία. Τον Νοέμβριο έγινε ένα δημοψήφισμα που έμεινε στην ιστορία ως νόθο, με ένα εξωφρενικό σχεδόν ενενήντα οκτώ τοις εκατό υπέρ της μοναρχίας. Και λίγες μέρες αργότερα γύρισε στην Ελλάδα ο βασιλιάς Γεώργιος ο Δεύτερος, ύστερα από δώδεκα ολόκληρα χρόνια εξορίας. Δηλαδή, όσο εδώ είχαμε πραξικοπήματα και νόθα δημοψηφίσματα, στην άλλη άκρη του Ατλαντικού η Αμερική ήταν ακόμα γονατισμένη από το μεγάλο κραχ του ‘29. Μέσα σ’ όλον αυτόν τον σαματά, η Grace, εικοσιέξι χρονών τότε, παίρνει μια απόφαση που θα φαινόταν βαρετή σε οποιονδήποτε.

Αντί να αφήσει τα λεφτά της στην άκρη, αγοράζει τρεις μετοχές της εταιρείας που δούλευε. Εξήντα δολάρια η μία, εκατόν ογδόντα συνολικά. Και για να μη σου φαίνονται ψίχουλα, ας το δούμε σε σημερινά λεφτά: εκείνα τα εκατόν ογδόντα δολάρια του 1935 αντιστοιχούν, με τον σημερινό πληθωρισμό, σε πάνω από τέσσερις χιλιάδες δολάρια. Δηλαδή κάθε μία μετοχή της κόστισε όσο περίπου χίλια τετρακόσια σημερινά δολάρια. Δεν ήταν χαρτζιλίκι. Ήταν πραγματικά λεφτά για μια γραμματέα στα μέσα της δεκαετίας του ‘30. Και θυμήσου τι είπαμε στο δεύτερο επεισόδιο: η μετοχή δεν είναι λαχείο. Είναι ένα κομματάκι μιας πραγματικής εταιρείας, με κτίρια, με προϊόντα, με κόσμο που δουλεύει. Η Grace λοιπόν δεν στοιχημάτισε. Έγινε, έστω σε έναν πολύ μικρό βαθμό, συνιδιοκτήτρια. Και κάτι ακόμα, που το είπαμε στο πρώτο μας επεισόδιο: δεν άφησε τις οικονομίες της σε έναν λογαριασμό ταμιευτηρίου να τα φάει σιγά σιγά ο πληθωρισμός. Τα έβαλε κάπου να δουλέψουν.

Κρατάει μέσα από τα πάντα

Μετά την αγορά έρχεται το δύσκολο κομμάτι. Το να κρατήσεις. Φαντάσου τι πέρασε μπροστά από τα μάτια της Grace όσο κρατούσε αυτές τις μετοχές. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Νέα κραχ. Υφέσεις. Δεκαετίες ολόκληρες όπου, αν άνοιγες εφημερίδα, κάθε τόσο κάποιος έγραφε ότι όλα θα καταρρεύσουν. Πάρε για παράδειγμα μόνο τα μεγάλα γεγονότα: την πετρελαϊκή κρίση στα μέσα της δεκαετίας του ‘70, το σκάσιμο της φούσκας του ίντερνετ το 2000, τη μεγάλη κρίση του 2008. Η Grace τα είδε όλα αυτά. Και ξέρεις τι έκανε; Τίποτα. Δεν πούλησε ποτέ.

Θυμάσαι τι είπαμε στο όγδοο επεισόδιο, για τα λάθη των αρχαρίων; Ένα πολύ σημαντικό λάθος είναι ο πανικός. Πουλάς όταν όλοι φοβούνται, δηλαδή πουλάς φθηνά, και μετά ξανααγοράζεις ακριβά όταν επιστρέφει η σιγουριά. Η Grace δεν έπαιξε ποτέ αυτό το παιχνίδι. Κι εδώ ταιριάζει και το ένατο επεισόδιο, το πώς διαβάζεις ένα οικονομικό νέο: όχι σαν εντολή να κάνεις κάτι τώρα, αμέσως, αλλά σαν μια πληροφορία που την αξιολογείς με ψυχραιμία και μετά συνεχίζεις τη ζωή σου.

Ο ανατοκισμός

Πώς όμως τρία χαρτάκια έγιναν εφτά εκατομμύρια; Εδώ μπαίνει ο πρωταγωνιστής όλης της σεζόν, αυτός που του αφιερώσαμε ολόκληρο επεισόδιο: ο ανατοκισμός. Κάθε χρόνο η Abbott μοίραζε μέρισμα, δηλαδή έδινε πίσω στους μετόχους ένα κομμάτι από τα κέρδη της. Οι περισσότεροι θα έπαιρναν αυτά τα λεφτά και θα τα ξόδευαν. Η Grace τα έπαιρνε κι αγόραζε κι άλλες μετοχές. Κι αυτές οι καινούριες μετοχές έβγαζαν με τη σειρά τους μέρισμα, που της έδιναν τη δυνατότητα να αγοράζει κι άλλες. Σαν το χιόνι που κατεβαίνει την πλαγιά και σε κάποια φάση γίνεται χιονοστιβάδα.

Πρόσθεσε και τα splits, δηλαδή τις φορές που η εταιρεία «έσπασε» κάθε μετοχή σε περισσότερα κομμάτια, και οι τρεις αρχικές μετοχές, κάποια στιγμή, είχαν γίνει περίπου εκατόν είκοσι εννιά χιλιάδες.

Και πριν σου πω σε πόσα κατέληξαν όλα αυτά, ας κάνουμε μια μικρή παύση γιατί αξίζει. Κάνε pause το βίντεο και μπες στο proto-vima.gr να εγγραφείς στο newsletter. Κάθε Δευτέρα πρωί θα έχεις στο inbox σου μια σύνοψη της εβδομάδας, χωρίς θόρυβο. Και κάθε φορά που βγαίνει καινούριος φορολογικός νόμος ή αλλαγή στο ΦΕΚ που αφορά τα λεφτά σου, θα είσαι από τους πρώτους που το μαθαίνουν. Δωρεάν, και φεύγεις όποτε θες. Το λέω τώρα κι όχι τυχαία: αν κρατήσεις ένα μόνο πράγμα από τη σημερινή ιστορία, είναι ότι το παιχνίδι κερδίζεται με τη συνέπεια στον χρόνο. Το newsletter και μία εγγραφή στο κανάλι είναι ο πιο ανώδυνος τρόπος να μένεις συνεπής, ενώ βοηθάς και την προσπάθεια αυτή. Ευχαριστώ πολύ! Πάμε να δούμε το νούμερο.

Το νούμερο

Όταν η Grace πέθανε, το 2010, στα εκατό της, ο δικηγόρος της αποκάλυψε το ποσό που κατείχε. Εφτά εκατομμύρια δολάρια.

Και για να το βάλουμε σε σημερινά λεφτά, γιατί και το 2010 πια είναι δεκαπέντε χρόνια πίσω: αυτά τα εφτά εκατομμύρια έχουν σημερινή αξία πάνω από δέκα εκατομμύρια δολάρια. Κι εδώ θέλω να σταθώ ένα δευτερόλεπτο, για να μην μπερδευτούμε. Κάποιος θα πει «μα εντάξει, ο πληθωρισμός φούσκωσε τα νούμερα». Όχι. Υπολογίζοντας με τον πληθωρισμό και συγκρίνοντας μήλα με μήλα, τα εκατόν ογδόντα δολάρια του 1935 είχαν την αγοραστική δύναμη κάπου τεσσάρων χιλιάδων σημερινών δολαρίων. Από τέσσερις χιλιάδες, σε πάνω από δέκα εκατομμύρια. Αυτό το νούμερο δεν το έκανε ο πληθωρισμός αλλά η ιδιοκτησία μιας πραγματικής επιχείρησης, συν τα μερίσματα, συν τον χρόνο.

Από εκατόν ογδόντα, λοιπόν. Αν κάνεις τη διαίρεση στα ονομαστικά νούμερα, μιλάμε για σχεδόν σαράντα χιλιάδες φορές τα αρχικά της λεφτά. Και να μια λεπτομέρεια που έχει συμβολική σημασία. Πριν πεθάνει, είχε ήδη δώσει εκατόν ογδόντα χιλιάδες δολάρια σε υποτροφίες για φοιτητές. Το εκατόν ογδόντα του 1935 ξαναγύρισε σαν εκατόν ογδόντα χιλιάδες. Και τα υπόλοιπα; Το 2008, δυο χρόνια πριν πεθάνει, έστησε ένα ίδρυμα και του άφησε όλη της την περιουσία. Δεν την άφησε σε συγγενείς, δεν είχε παιδιά και δεν παντρεύτηκε ποτέ. Την άφησε στο κολέγιο απ’ όπου είχε αποφοιτήσει, το Lake Forest College, με μια συγκεκριμένη επιθυμία: τα λεφτά να πληρώνουν σε φοιτητές πράγματα όπως πρακτική άσκηση, σπουδές στο εξωτερικό ή εθελοντικά προγράμματα. Υπολογίζεται ότι η Grace θα βοηθήσει γύρω στους χίλιους τριακόσιους φοιτητές. Ακόμα και το σπιτάκι της το χρησιμοποίησε για το ίδρυμα: κάθε χρόνο μένουν εκεί, ως καλεσμένες της Grace, δύο τελειόφοιτες του κολεγίου. Λένε ότι όταν είπαν στον πρόεδρο του κολεγίου το ποσό που εκείνη είχε αφήσει, έμεινε άναυδος. Φυσικό.

Ειλικρίνεια #1 — survivorship bias

Τώρα, εδώ θέλω να σταματήσω και να εφιστήσω την προσοχή, γιατί αλλιώς θα σου έδινα λάθος μάθημα. Η Grace είχε όλα της τα λεφτά σε μία και μόνο μετοχή. Σε μία εταιρεία. Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είπαμε στο τέταρτο επεισόδιο, για τη διαφοροποίηση.

Γιατί το τονίζω; Γιατί για κάθε Grace που η εταιρεία της επέζησε και μεγάλωσε για δεκαετίες, υπήρξαν χιλιάδες άνθρωποι που έκαναν ακριβώς το ίδιο με μια εταιρεία που στο τέλος χρεοκόπησε κι έχασαν τα πάντα. Αυτούς δεν τους γράφει καμία εφημερίδα. Αυτό λέγεται survivorship bias, δηλαδή βλέπουμε μόνο όσους τα κατάφεραν και βγάζουμε λάθος συμπέρασμα, επειδή οι άλλοι, οι περισσότεροι, έχουν εξαφανιστεί από την εικόνα. Οπότε, να το πούμε καθαρά: η ιστορία της Grace δεν είναι οδηγός για το «βάλε τα πάντα σε μία μετοχή». Είναι παράδειγμα υπομονής και επιμονής, αλλά όχι συνταγή για πιστή αντιγραφή.

Ειλικρίνεια #2 — η λιτότητα δεν είναι το μάθημα

Και άλλη μία σημείωση, εξίσου σημαντική. Μπορεί να σκέφτεσαι: «ωραία, άρα πρέπει να ζω σαν τη Grace, με μεταχειρισμένα ρούχα και χωρίς αυτοκίνητο μέχρι να πεθάνω;». Όχι. Καθόλου. Δεν είναι αυτό το νόημα. Δεν έχει κανένα νόημα να στερείσαι μια ολόκληρη ζωή για να αφήσεις πίσω σου μια περιουσία που δεν θα τη χαρείς ποτέ. Το πραγματικό μάθημα είναι πολύ πιο όμορφο: η Grace δεν ήταν πλούσια, κι όμως επένδυε. Δεν περίμενε να βγάλει πρώτα τα πολλά για να ξεκινήσει. Άρχισε με ό,τι είχε, με εκατόν ογδόντα δολάρια.

Και πρόσεξε κάτι επίσης ωραίο: η Grace δεν ήταν καμιά τσιγκούνα που στερήθηκε τα πάντα. Ναι, αγόραζε ρούχα από παζάρια και ζούσε σε ένα μικρό σπιτάκι που της το είχε αφήσει μια φίλη. Αλλά ταξίδεψε, και μάλιστα πολύ, σε όλον τον κόσμο. Κι όσο ζούσε, έδινε κρυφά λεφτά σε ανθρώπους που είχαν ανάγκη, χωρίς να θέλει να μαθευτεί το όνομά της. Δηλαδή χάρηκε τη ζωή της και βοήθησε κόσμο, απλώς το έκανε με τους δικούς της όρους.

Κι ο λόγος που εσύ ξεκινάς νωρίς δεν είναι για να γίνεις ο πλουσιότερος νεκρός του νεκροταφείου. Είναι για να σου δώσει ο χρόνος την ελευθερία να ζήσεις, να χαρείς πράγματα, ταξίδια, ησυχία, ίσως και πολύ πριν φτάσεις στα εξήντα πέντε. Η Grace διάλεξε μια λιτή ζωή και την έζησε όπως ήθελε εκείνη. Εσύ θα διαλέξεις τη δική σου. Το σημαντικό που λέει η ιστορία της είναι: ξεκίνα, και άσε τον χρόνο να δουλέψει για σένα και όχι εναντίον σου.

Το «τώρα τι;»

Λοιπόν, πώς γυρίζουμε όλη αυτή την ιστορία σε κάτι για το σήμερα; Όχι λέγοντάς σου τι να αγοράσεις, αυτό δεν το κάνουμε ποτέ εδώ, κάνουμε εκπαίδευση και δεν δίνουμε επενδυτικές συμβουλές. Αλλά κλείνουμε με μερικές ερωτήσεις που αξίζει να κάνεις στον εαυτό σου, και που μέσα τους κρύβεται όλη η πρώτη σεζόν του καναλιού.

Πρώτον: σε πόσα χρόνια θα χρειαστείς αυτά τα λεφτά; Σε δύο ή σε είκοσι; Γιατί ο ορίζοντας αλλάζει τα πάντα. Δεύτερον: πόσα μπορείς να βάζεις κάθε μήνα χωρίς να το νιώθεις στο πετσί σου; Ένα ποσό που θα μπορείς να το επενδύεις και στους καλούς και στους κακούς μήνες. Και τρίτον, ίσως το πιο δύσκολο: τι θα κάνεις τη μέρα που θα ανοίξεις την εφαρμογή και θα δεις το χαρτοφυλάκιό σου τριάντα τοις εκατό κάτω; Γιατί αυτή η μέρα κάποια στιγμή θα έρθει, σε όλους έρχεται. Κι αν ξέρεις από πριν την απάντησή σου, δεν θα κάνεις το λάθος που έκαναν οι χιλιάδες που πούλησαν στον πανικό, ενώ η Grace καθόταν ήρεμη.

Κι αν μέχρι πέρυσι δεν είχες σκεφτεί τίποτα από όλα αυτά, κανένα πρόβλημα. Δεν φταις εσύ. Είναι ότι κανείς δεν μας τα είπε. Γι’ αυτό έφτιαξα αυτό το κανάλι.

Και τώρα θέλω πραγματικά τη γνώμη σου. Εσύ, αν ήσουν στη θέση της Grace, πιστεύεις ότι θα άντεχες να μην πειράξεις αυτές τις μετοχές για εβδομήντα πέντε χρόνια; Τι θα ήταν εκείνο που, κάποια στιγμή, θα σε έσπρωχνε να πουλήσεις; Ο φόβος σε μια κρίση; Μια ξαφνική ανάγκη για μετρητά; Η περιέργεια να δοκιμάσεις κάτι πιο γρήγορο; Πρόωρη συνταξιοδότηση να χαρείς τα κέρδη; Γράψε μου από κάτω στα σχόλια, με ενδιαφέρει ειλικρινά τι θα σε έκανε να πουλήσεις. Εγώ ξέρω τι θα με δελέαζε εμένα… Νομίζω ότι από τις απαντήσεις σας θα μάθουμε όλοι κάτι.

Κι έτσι κλείνει η πρώτη μας σεζόν. Ξεκινήσαμε με τον φόβο, με το γιατί τα λεφτά στην τράπεζα δεν είναι τόσο ασφαλή όσο νομίζαμε, και φτάσαμε εδώ, σε μια γραμματέα που με υπομονή και τρεις μετοχές άλλαξε τη ζωή εκατοντάδων φοιτητών μετά τον θάνατό της.

Στη δεύτερη σεζόν θα ανεβάσουμε ταχύτητα. Το πρώτο πράγμα που θα μάθουμε είναι κάτι που πολλοί νομίζουν ότι είναι μόνο για ειδικούς: πώς να διαβάζεις μια μετοχή σε δέκα λεπτά. Τι να κοιτάς, τι να αγνοείς, και πώς να μη σε τρομάζουν τα νούμερα.

Αν σου άρεσε αυτό το ταξίδι, κάνε σε παρακαλώ εγγραφή για να μη χάσεις τη συνέχεια, και στείλε τα βίντεο σε κάποιον που ξέρεις ότι αφήνει τα λεφτά του να κάθονται και φοβάται να κάνει το πρώτο βήμα. Ίσως κάποιο από τα βίντεο της 1ης σεζόν είναι ακριβώς αυτό που θα τον κάνει να ξεκινήσει να ασχολείται σοβαρά με τα οικονομικά του. Τα λέμε στη δεύτερη σεζόν, τον Ιούλιο.

Σχετικά επεισόδια

Πηγές